Αγρυπνία

Να δύο ερωτήματα
που πρέπει
να απαντηθούν
απόψε.

Από πού έρχεται εκείνο το αμυδρό φως;
Από πού έρχεται όλο αυτό το σκοτάδι;

Η άγκυρα

Κρέμεται από το σώμα μου
μια σκουριασμένη άγκυρα
που με κρατάει χρόνια εδώ
σε τούτο τον απάγκιο όρμο
της Ιθάκης σας.

Βυθίζεται στ’ απαγορευτικά
μα ύστερα λεν ταξίδια στάζει
και μόνο εγώ μπορώ να δω
πως πνίγεται και κλαίει.

Δεκέμβρηδες του είκοσι

Πριν λίγες μέρες
προσπάθησα να ισορροπήσω
πάνω σε μια ξεχαρβαλωμένη
πλάκα πεζοδρομίου
στο διάζωμα που χωρίζει
τα αντίθετα ρεύματα της Θηβών
στο ύψος του Αιγάλεω
χαζεύοντας κάμποση ώρα
δυο υπαλλήλους του δήμου
να κρεμάνε ράθυμα
χριστουγεννιάτικες γιρλάντες
με μπλε φωτάκια
πάνω σε μια μεταλλική κολόνα

μπήκε ο Δεκέμβρης
ήρθαν τα χριστούγεννα
αλλά εσύ δεν ήσουν εκεί
να μοιραστούμε
τη χαρμόσυνη είδηση ή έστω
την ξεχαρβαλωμένη πλάκα

δώδεκα χρόνια πριν
κανείς δεν θα νοιαζόταν
Δεκέμβρη μήνα
για ένα ξηλωμένο πεζοδρόμιο
στη μέση της Θηβών
ή οποιουδήποτε άλλου δρόμου
μα αυτό δεν είναι κάτι νέο
και στο μεταξύ
ένα παλιό Νισάν
με κατεύθυνση προς Πειραιά
και ανοιχτά παράθυρα
(Δεκέμβρη μήνα, ε;)
πέρασε δίπλα μου
ουρλιάζοντας στα FM
«το κράτος εγγυάται»

ύστερα
σε χρόνο ενεστώτα πια
(για τις ανάγκες της αφήγησης)
πέφτουν οι πρώτες ψιχάλες
πέφτουν και οι πρώτες
βλαστήμιες
ο ψαρομάλλης υπάλληλος
με το κίτρινο γιλέκο
κρέμεται στην κολόνα
έχοντας τυλιγμένη γύρω του
μια γιρλάντα με μπλε φωτάκια
που αναβοσβήνουν χαρωπά
ενώ εκείνος βρίζει παναγίες
γιατί έχει απλώσει τα ρούχα
στο πίσω μπαλκόνι
αλλά έχει ξεχάσει
να κατεβάσει την τέντα
— σε αυτό το σημείο
σκέφτομαι ότι αν ήσουν εδώ
θα επαναλάμβανες
την αποστροφή σου
για τα μπαλκόνια, τα ύψη
και γενικά οτιδήποτε μπορεί
να σε απομακρύνει
από τον δρόμο
(συμφωνούμε)
(ωραία!)

στο μεταξύ
οι δρόμοι αδειάζουν
το Νισάν απομακρύνεται
οι υπάλληλοι καπνίζουν
η βροχή δυναμώνει
ο Σωτήρας εγγυάται
το Κράτος εγγυάται
το Δελτίο Καιρού εγγυάται

κι εγώ
ισορροπώ
και σε περιμένω
πάνω σε μια
ξεχαρβαλωμένη
πλάκα πεζοδρομίου
Δεκέμβρη μήνα
του είκοσι.

Διάττων

Μέσα στην αφέγγαρη νύχτα της
ένας διάφανος υγρός μετεωρίτης
πρόβαλε στους δακρυϊκούς αδένες
των μελαγχολικών της ματιών
διέγραψε μια σύντομη τροχιά
στον τρυφερό ουράνιο θόλο
λίγο πάνω από το δεξί μάγουλο
και ύστερα απότομα βυθίστηκε
στα σκασμένα της χείλη.

Μέσα στην αφέγγαρη νύχτα μου
σήκωσα το βλέμμα — μια λάμψη
διέσχιζε το έρεβος απ’ άκρη σ’ άκρη.

Με κοίταξε ατάραχη.
Έκανα μιαν ευχή.

Σούρουπο

καθώς νύχτωνε
τα δέντρα άδειαζαν από πουλιά·
οι κεραίες γέμιζαν ανθρώπους

μουσική δωματίου | οι νύχτες σου

Ακούω τις λέξεις σου
κάθε φορά που μες στο πλήθος ψιθυρίζεις και
σφίγγεις τα δόντια σου για τις φωνές που σώπασαν
κι όλο βυθίζεσαι
κι όλο φάρους βυθίζεις
μα τα λόγια σου φλέγονται – εγώ φλέγομαι ολόκληρη
κι όλο τον κόσμο κάνω στάχτη μες στο βλέμμα σου – χάθηκα
μέσα στο σούρουπο
που γλίστρησε απ’ τις γρίλιες και χαϊδεύει το δέρμα σου.

Νιώθω – μη φανταστείς στιγμή ότι δεν νιώθω
την οδύνη που κρατάει νηφάλιες τις νύχτες σου
καθώς σκορπίζεις τη μνήμη στο κρεβάτι
και μία μία νανουρίζεις τις λύπες σου.

Σε βλέπω να χάνεσαι
μα εσύ μου δείχνεις
πως χάνεται η ζωή μας μες στις άθραυστες κλεψύδρες
μου δείχνεις την άμμο να κυλάει αδιάκοπα – αδίστακτα
όσο γύρω μας ο φόβος γυρίζει τις πυξίδες
μα στην άκρη των χειλιών σου κρατάς
μια προσομοίωση θανάτου για κάθε άθραυστη σύμβαση
μι’ ανάσα σου – με μιαν ανάσα
το τζάμι της κλεψύδρας θα γίνει κομμάτια
μα δεν είναι θάνατος – όχι
δεν είναι θάνατος η ζωή
που ξεχύνεται στην άβυσσο του κόσμου σου
κοιτάζω πίσω στα συντρίμμια
μια ουτοπία ανθίζει στον μαρασμό των φόβων σου.