Γ. Δ. Σέρμυντ

υγροί μετεωρίτες

Οι υγροί μετεωρίτες τυπώθηκαν στην Αθήνα τον Απρίλιο 2021. Διακινούνται χωρίς αντίτιμο, με ελεύθερη κάθε είδους συνεισφορά, γιατί αρνούνται να γίνουν εμπόρευμα, πρεσβεύοντας την οριστική κατάργηση των διαμεσολαβήσεων και αποκλεισμών που παράγουν οι εμπορευματικές σχέσεις.

Για επικοινωνία / αποστολή του βιβλίου: g.d.sermint@gmail.com | mail@project-ersilia.net

Ραντεβού –πού αλλού;– στους κρατήρες που αφήνουν τα πείσματά μας πάνω στην καθημερινή έρημο του ανέφικτου.

Γ. Δ. Σέρμυντ

Μηχανική της θλίψης

Στο πολυτεχνείο έμαθα
ότι η ιδιότητα ενός υλικού
να αντέχει στην καταπόνηση
που ασκούν πάνω του αξονικά
δύο ίσες αλλά αντίθετες δυνάμεις
προτού υποστεί παραμόρφωση
ονομάζεται αντοχή σε θλίψη.

Αυτά σε επίπεδο θεωρίας.

Στο πειραματικό πεδίο
είναι αξιοσημείωτο
ότι η πρακτική μου άσκηση
είχε ήδη ξεκινήσει καιρό πριν
και μέχρι αυτή την ώρα
παραμένει ανολοκλήρωτη.

Τελευταίο φως

Νύχτωσε και απόψε
φίλες, φίλοι.

Και δεν υπάρχει
διάψευση μεγαλύτερη
από τη δική μας νύχτα
για όσους βιάστηκαν
να διαπιστώσουν
τον οριστικό χαμό
του ονείρου.

Αυτοβιογραφία

Ό,τι είμαι
διαρκεί
μόνο μια στιγμή.

Έτσι
χωράω
κάθε πρωί
στο άνοιγμα
των βλεφάρων σου.

Πρωινή αναφορά

Στους έρημους δρόμους
νυσταγμένοι οδοκαθαριστές
με τα μάτια γεμάτα τσίμπλες
φορώντας σκουρόχρωμα πηλήκια
κρατώντας τσουγκράνες
μαζεύουν τη σοδειά της νύχτας
προϋπαντούν τους στρατηλάτες
που γκρέμισαν τα τείχη του ονείρου.

Ύστερα όλοι μαζί περνούν
την πύλη του υποσυνείδητου
με πειθαρχημένο βηματισμό
στον ρυθμό που δίνουν μονότονα
τα πρώτα καζανάκια της μέρας.

Χάραμα βροχερό γεμάτο σειρήνες
και εμβατήρια.

Δύστυχο χάραμα.
Οι βραδινοί λιποτάκτες
τρέχουν να προλάβουν
την πρωινή αναφορά.

Ήσυχες ζωές

Καθείς κοιτούσε
μοναχά
τη δουλειά του.

Ουδείς νοιαζόταν
ν’ αντικρίσει
τα δουλεμένα του.

Κι όλοι μαζί
χαζεύανε
το δούλεμα
των τάφων.

έτσιηανάγκηγίνεταιιστορία *

* σε έναν συν δέκα
χρόνους

/

μηδέν

έξω από το παράθυρο
περνάει
ένα πηχτό σκοτάδι
με χαιρετά
σα να με ξέρει
γνέφω κι εγώ
χαμογελώντας

ούτως ή άλλως
τα αστέρια
έχουν πάντα ρεπό
όταν τα χρειάζεσαι

/

ένα

ήξερες ότι
η λαχτάρα
που φυτεύει κανείς
στο κηπούλι
του ρεμβασμού
απλώνει ρίζες
στο δέρμα
κάτω από τα χείλη;

τόσα σάλια
τόσες μύξες
τόσα δάκρυα
μόνο και μόνο
για να ποτιστεί
αυτή η λαχτάρα

μπας και κάποτε
ανθίσει

/

δύο

το έδαφος
του προσώπου σου
είναι γόνιμο

οργώνεται
από
αναστεναγμούς
ματαιώσεις
συναισθηματικά
πογκρόμ
και βρώμικα νύχια

μα πιο πολύ
από σιωπή

/

τρία

μην ξανακούσω
ότι
στην ηλικία μου
θα έπρεπε
να πιάνω την πέτρα
και να τη στύβω

εγώ
πιάνω την πέτρα
και την πετάω
στον καθρέφτη
των ειδυλλιακών
ερειπίων

/

τέσσερα

η λαχτάρα
που φύτεψες
σάπισε

κάποιος
λέει
έστυψε
ένα σύννεφο
αγάπης
πάνω της

/

πέντε

υπάρχω
κουβαλώντας
φέρετρα
θυμάμαι
σκίζοντας
φωτογραφίες
τυφλώνομαι
κοιτώντας
δειλινά
βλασταίνω
πετώντας
αγκάθια

μα βλασταίνω

/

έξι

λεν’ θα ‘ρθει
βαρυχειμωνιά
και σπεύδουν
να προετοιμαστούν
κατάλληλα

ξαραχνιάζουν σόμπες
κατεβάζουν κουβέρτες
οι πιο πολλοί
μαζεύουν
κούτσουρα
για το τζάκι

σπεύδω κι εγώ
να μεριμνήσω
και συγκεντρώνω
κλαράκια
από καλοκαιρινά
αρμυρίκια

όσα κατάφερα
να ξεμπλέξω
απ’ τα μαλλιά της
εκείνο τον Ιούλη

/

επτά

καταχείμωνο
στη Σιβηρία
της
άδειας
παραλίας
μας

/

οκτώ

διανύω αποστάσεις

διαλύω αποστάσεις

στην πραγματικότητα
ξέρουμε και οι δυο
ότι δεν χρειάζομαι
περισσότερα
από λίγα
τετραγωνικά
εκατοστά

κι αυτά
για να μπορώ
να ζήσω
φιλώντας σε

/

εννιά

θ’ ακουστεί
παράξενο
μα
πιστεύω
αληθινά
πως
η ζωή
είναι
ο μεγαλύτερος
εχθρός
αυτών
που
θέλουν
να
ζήσουν

/

δέκα

σκληρό σούρουπο

στον ορίζοντα
μια κατακόκκινη κουκκίδα
βυθίζεται
σε μια απέραντη έρημο
από νερό και αλάτι

μια κατακόκκινη θύμηση
που διαθλάται
στο νοτισμένο φινιστρίνι
στοχεύοντας με ακρίβεια
τους δακρυϊκούς μου
αδένες

δίπλα μου
ένας λοστρόμος
έχει ξεχάσει
να ρουφήξει
την τελευταία τζούρα
από το τσιγάρο του

σε δυο μέρες
λέει
πιάνουμε στεριά

ναι

εντάξει

καλά
όλα αυτά

αλλά
τελικά
πώς
θα αποφύγουμε
το παγόβουνο
της απομάγευσης;

Αγρυπνία

Να δύο ερωτήματα
που πρέπει
να απαντηθούν
απόψε.

Από πού έρχεται εκείνο το αμυδρό φως;
Από πού έρχεται όλο αυτό το σκοτάδι;