Γ. Δ. Σέρμυντ

Το αίνιγμα της σελήνης

Τι θα την κάνουμε τόση νύχτα; Πώς να σηκώσουμε αυτόν τον όγκο σκοταδιού που μαζεύτηκε γύρω από την ξεγνοιασιά του σύμπαντος; Ψάχνουμε στις τσέπες μας για ένα σπίρτο ή ένα μισοφέγγαρο να φωτίσει τις χίμαιρες που μας υποσχέθηκαν οι χάρτες της ανεξερεύνητης λύπης. Έχουμε ανάγκη τη συγκίνηση. Μια ανένδοτη ύβρι τρυφερότητας που θα μας απαλλάξει από το βάρος των αδυσώπητων θεών και των άθραυστων ανθρώπων. Αρκεί ένα πρόσχημα ρίγους για να βουτήξουμε στην άβυσσο της ευθραυστότητας. Να φωτίσουμε τις ρωγμές της ερήμου του ακλόνητου. Αρκεί μια υπόνοια συγκλονισμού για να εξεγερθεί ο άγρυπνος λυγμός του ονείρου. Όσο βαθαίνει το σκοτάδι της απομάγευσης, χρειάζεται να κατανοήσουμε το αίνιγμα της σελήνης. Νυχτώνοντας, να λάμψουμε.

Ριζίτικο

Είμαστε ρίζες πεισματωμένες. Απλωθήκαμε σκαλίζοντας το έδαφος των προσδοκιών και τώρα σηκώνουμε δέντρα που γέρνουνε υπό το βάρος της λαχτάρας πλάι σε δρόμους που διασχίζουν βιαστικά τα καραβάνια της ματαίωσης. Μας προσπερνάει αδιάφορα ο χρόνος χλευάζοντας την επιμονή μας να κρατάμε ζωντανά τα κλαριά της μνήμης για να ξαποσταίνει στη σκιά τους η συνείδηση της απώλειας. Μα εμείς γνωρίσαμε την φιλοσοφία των εγκάτων. Θάψαμε βαθιά μέσα στη γη το άχτι της αιώνιας μοίρας. Λαξέψαμε την άφθαρτη πέτρα. Ταΐσαμε κάμπιες από το υστέρημα της ελπίδας, θρέψαμε σεισμούς από το περίσσευμα του στεναγμού. Απλωθήκαμε γδέρνοντας το έδαφος της χείμαιρας και τώρα σηκώνουμε δέντρα που δακρύζουν το ρετσίνι του ονείρου.

τελμΑ

Ν’ απορεί κανείς
ή να μην απορεί;
Ιδού η ζωή.

Στάσιμο

Ούτε αθόρυβη άσφαλτος
να τρέχει πάνω της το πεπρωμένο
ούτε ουρανός απόκρημνος
να σκαρφαλώνει η κάθαρση.

Κλαράκι ακλάδευτης ελιάς
στης διαδρομής τον ίσκιο
συλλέγω απόδημα πουλιά
για του θρήνου το τραγούδι.

Flugblätter

1
ζητούνται νικημένοι
για στελέχωση μαντείου

2
τ’ αστέρια λάμπουν
μες στο σκοτάδι
που άπλωσε η Λουίζ
πάνω απ’ την πόλη
του φωτός

3
τα χορταράκια
που ξηλώνουν
τη συμπαγή
άσφαλτο
των μονόδρομων
έχουν ρίζες
στην παραλία
ενός Μάη

4
λεν
ότι στη γλώσσα των ναυτικών
Κροστάνδη σημαίνει
ναυάγιο

5
στην πύλη της Πατησίων
ο Κέρβερος
κάνει ωτοστόπ
στα διερχόμενα τανκ
— μέσα
οι ζωντανοί
απαλλοτριώνουν
του Πλούτωνα
τον πλούτο

6
δες φίλε μου Σάντσο
την πέμπτη φάλαγγα
που ξεπροβάλλει
μέσα από τους ανεμόμυλους

Επι/μύθιο

αφού φοβάμαι τ’ αεροπλάνα
κι ο μαστρο-Δαίδαλος θρηνεί
για είκοσι δεύτερα
Πήγασος να ‘μουν
πριν την επόμενη στροφή

Δραπετσώνα

η καμινάδα τούτη
τσιμέντο, λίπασμα, γυαλί
μα πιο πολύ απ’ όλα
άχτι

Ξέρξες

Δεν υπάρχει θάλασσα. Τη θάλασσα την επινοήσαμε για να δικαιολογούμε τις αδιάβατες αποστάσεις που χωρίζουν το ευκταίο από το εφικτό. Για να φιλοξενεί τις συμπληγάδες που θα συντρίψουν τα σκαριά που κουβαλούν το όνειρο. Δεν υπάρχει θάλασσα. Η θάλασσα έπνιξε το βλέμμα μας όταν τα χέρια μας έχτισαν λιμάνια, όταν τα σώματά μας έγιναν αφετηρίες φιλόδοξων πλόων, κι ας μην είναι στην πραγματικότητα τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο από αφορμές αδέξιων πνοών. Δεν υπάρχει θάλασσα. Τη θάλασσα την κοιτάζουμε όταν ακολουθούμε στον ορίζοντα την πτωτική πορεία ενός διάττοντα αστέρα, ή όταν αποστρέφουμε το βλέμμα δυσφορώντας με την ακλόνητη πλάση μας, ή όταν αναζητούμε έναν καθρέφτη να παραμορφώσει πρόσκαιρα το συμπαγή χώρο που καταλαμβάνει η αλαζονεία μας, ή εν πάσει περιπτώσει όταν επαιτούμε για μια χούφτα συγκλονισμό προσποιούμενοι τάχα μου ότι δένουμε τα κορδόνια των παπουτσιών μας στην προβλήτα. Όμως θάλασσα δεν υπάρχει. Το ξέρουμε καλά. Γι’ αυτό στα πλοία τρέχουμε στα πιο ψηλά καταστρώματα, όσο το δυνατό πιο μακριά από τις παραισθήσεις της ανθρώπινης ερήμου μας. Κι από κει, κρεμασμένοι στην κουπαστή, παρατηρούμε στη στεριά τη λαχτάρα μας καθισμένη στο θρόνο του ανέφικτου να παρακολουθεί, ως άλλος Ξέρξης, άλλη μια θάλασσα να βυθίζεται στο ταξίδι μας.