[ Χριστιάνα Στυλιανού | Θλιβεροί Τροπικοί ]

Τα μεγάλα βαθυκύανα καλοκαίρια, εμείς οι παραθεριστές του άστεως, αφήνουμε τις πόλεις να μας δαγκώσουν τα πόδια, σέρνοντας τα οκνηρά μας βήματα τις ώρες που οι πυράδες προκαλούν ψυχοτρόπες παρενέργειες καθώς ο ήλιος καρφώνεται κάθετος, σχηματίζοντας έναν φλεγόμενο χώρο, όπου μια σαύρα σέρνεται λάγνα κι απόκοσμα περιμετρικά των πέτρινων ερειπίων του σπιτιού του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, εκεί όπου έζησε και πέθανε αφήνοντας μπουκέτα και στίχους απελπισμένους σε παράθυρα και της φώναζε «θα είμαι ο ίσκιος σας, παντού και πάντα!» • Τα τζιτζίκια εναρμονίζονται με φάδος νοσταλγικά, ενός ναυτικού που αποχαιρετά την ηλιόλουστη Λισαβώνα και χάνεται στις μελαγχολικές παλίρροιες του Ατλαντικού Ωκεανού • Να ερωτευόμαστε την τζόϋς Μάνσουρ και τον Ρίλκε • Να απαιτούμε ξενδιάντροπα από τους άλλους να μας συγκινούν • Τα μάτια να θολώνουν από γλυκούς και ηδύπαθους αχνούς, και σαν θανάσιμα κοφτερά λεπίδια να χαράζουν τα υποσάρκια αυτού που αγαπήσαμε βαθιά • Να αφιερώςουμε τη ζωή μας όλη στο χρόνο που δεν θέλει να είναι χρόνος, αλλά ουλές της ανεπάρκειας μας • Να τέμνουμε τα ρίγη, να ανεβαίνει πυρετός καυτός από τς μελίγγια ως τα ύπατα • Να παίζουμε το παιχνίδι των επανορθώσεων, νικώντας την μια εμμονή με μια καινούργια • η πολεοδομία να ανθίζει μέσα μας • Τα μάτια σου να έχουν πάντα κείνο το παράξενο χρωμα του χρόνου που μου απομένει •

Με την ψυχή στα δόντια•


Νήμα: Χριστιάνα Στυλιανού

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.