Ξέρξες

Δεν υπάρχει θάλασσα. Τη θάλασσα την επινοήσαμε για να δικαιολογούμε τις αδιάβατες αποστάσεις που χωρίζουν το ευκταίο από το εφικτό. Για να φιλοξενεί τις συμπληγάδες που θα συντρίψουν τα σκαριά που κουβαλούν το όνειρο. Δεν υπάρχει θάλασσα. Η θάλασσα έπνιξε το βλέμμα μας όταν τα χέρια μας έχτισαν λιμάνια, όταν τα σώματά μας έγιναν αφετηρίες φιλόδοξων πλόων, κι ας μην είναι στην πραγματικότητα τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο από αφορμές αδέξιων πνοών. Δεν υπάρχει θάλασσα. Τη θάλασσα την κοιτάζουμε όταν ακολουθούμε στον ορίζοντα την πτωτική πορεία ενός διάττοντα αστέρα, ή όταν αποστρέφουμε το βλέμμα δυσφορώντας με την ακλόνητη πλάση μας, ή όταν αναζητούμε έναν καθρέφτη να παραμορφώσει πρόσκαιρα το συμπαγή χώρο που καταλαμβάνει η αλαζονεία μας, ή εν πάσει περιπτώσει όταν επαιτούμε για μια χούφτα συγκλονισμό προσποιούμενοι τάχα μου ότι δένουμε τα κορδόνια των παπουτσιών μας στην προβλήτα. Όμως θάλασσα δεν υπάρχει. Το ξέρουμε καλά. Γι’ αυτό στα πλοία τρέχουμε στα πιο ψηλά καταστρώματα, όσο το δυνατό πιο μακριά από τις παραισθήσεις της ανθρώπινης ερήμου μας. Κι από κει, κρεμασμένοι στην κουπαστή, παρατηρούμε στη στεριά τη λαχτάρα μας καθισμένη στο θρόνο του ανέφικτου να παρακολουθεί, ως άλλος Ξέρξης, άλλη μια θάλασσα να βυθίζεται στο ταξίδι μας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.