Γ. Δ. Σέρμυντ

Αυτοβιογραφία

Ό,τι είμαι
διαρκεί
μόνο μια στιγμή.

Έτσι
χωράω
κάθε πρωί
στο άνοιγμα
των βλεφάρων σου.

Πρωινή αναφορά

Στους έρημους δρόμους
νυσταγμένοι οδοκαθαριστές
με τα μάτια γεμάτα τσίμπλες
φορώντας σκουρόχρωμα πηλήκια
κρατώντας τσουγκράνες
μαζεύουν τη σοδειά της νύχτας
προϋπαντούν τους στρατηλάτες
που γκρέμισαν τα τείχη του ονείρου.

Ύστερα όλοι μαζί περνούν
την πύλη του υποσυνείδητου
με πειθαρχημένο βηματισμό
στον ρυθμό που δίνουν μονότονα
τα πρώτα καζανάκια της μέρας.

Χάραμα βροχερό γεμάτο σειρήνες
και εμβατήρια.

Δύστυχο χάραμα.
Οι βραδινοί λιποτάκτες
τρέχουν να προλάβουν
την πρωινή αναφορά.

Ήσυχες ζωές

Καθείς κοιτούσε
μοναχά
τη δουλειά του.

Ουδείς νοιαζόταν
ν’ αντικρίσει
τα δουλεμένα του.

Κι όλοι μαζί
χαζεύανε
το δούλεμα
των τάφων.

έτσιηανάγκηγίνεταιιστορία *

* σε έναν συν δέκα
χρόνους

/

μηδέν

έξω από το παράθυρο
περνάει
ένα πηχτό σκοτάδι
με χαιρετά
σα να με ξέρει
γνέφω κι εγώ
χαμογελώντας

ούτως ή άλλως
τα αστέρια
έχουν πάντα ρεπό
όταν τα χρειάζεσαι

/

ένα

ήξερες ότι
η λαχτάρα
που φυτεύει κανείς
στο κηπούλι
του ρεμβασμού
απλώνει ρίζες
στο δέρμα
κάτω από τα χείλη;

τόσα σάλια
τόσες μύξες
τόσα δάκρυα
μόνο και μόνο
για να ποτιστεί
αυτή η λαχτάρα

μπας και κάποτε
ανθίσει

/

δύο

το έδαφος
του προσώπου σου
είναι γόνιμο

οργώνεται
από
αναστεναγμούς
ματαιώσεις
συναισθηματικά
πογκρόμ
και βρώμικα νύχια

μα πιο πολύ
από σιωπή

/

τρία

μην ξανακούσω
ότι
στην ηλικία μου
θα έπρεπε
να πιάνω την πέτρα
και να τη στύβω

εγώ
πιάνω την πέτρα
και την πετάω
στον καθρέφτη
των ειδυλλιακών
ερειπίων

/

τέσσερα

η λαχτάρα
που φύτεψες
σάπισε

κάποιος
λέει
έστυψε
ένα σύννεφο
αγάπης
πάνω της

/

πέντε

υπάρχω
κουβαλώντας
φέρετρα
θυμάμαι
σκίζοντας
φωτογραφίες
τυφλώνομαι
κοιτώντας
δειλινά
βλασταίνω
πετώντας
αγκάθια

μα βλασταίνω

/

έξι

λεν’ θα ‘ρθει
βαρυχειμωνιά
και σπεύδουν
να προετοιμαστούν
κατάλληλα

ξαραχνιάζουν σόμπες
κατεβάζουν κουβέρτες
οι πιο πολλοί
μαζεύουν
κούτσουρα
για το τζάκι

σπεύδω κι εγώ
να μεριμνήσω
και συγκεντρώνω
κλαράκια
από καλοκαιρινά
αρμυρίκια

όσα κατάφερα
να ξεμπλέξω
απ’ τα μαλλιά της
εκείνο τον Ιούλη

/

επτά

καταχείμωνο
στη Σιβηρία
της
άδειας
παραλίας
μας

/

οκτώ

διανύω αποστάσεις

διαλύω αποστάσεις

στην πραγματικότητα
ξέρουμε και οι δυο
ότι δεν χρειάζομαι
περισσότερα
από λίγα
τετραγωνικά
εκατοστά

κι αυτά
για να μπορώ
να ζήσω
φιλώντας σε

/

εννιά

θ’ ακουστεί
παράξενο
μα
πιστεύω
αληθινά
πως
η ζωή
είναι
ο μεγαλύτερος
εχθρός
αυτών
που
θέλουν
να
ζήσουν

/

δέκα

σκληρό σούρουπο

στον ορίζοντα
μια κατακόκκινη κουκκίδα
βυθίζεται
σε μια απέραντη έρημο
από νερό και αλάτι

μια κατακόκκινη θύμηση
που διαθλάται
στο νοτισμένο φινιστρίνι
στοχεύοντας με ακρίβεια
τους δακρυϊκούς μου
αδένες

δίπλα μου
ένας λοστρόμος
έχει ξεχάσει
να ρουφήξει
την τελευταία τζούρα
από το τσιγάρο του

σε δυο μέρες
λέει
πιάνουμε στεριά

ναι

εντάξει

καλά
όλα αυτά

αλλά
τελικά
πώς
θα αποφύγουμε
το παγόβουνο
της απομάγευσης;

Αγρυπνία

Να δύο ερωτήματα
που πρέπει
να απαντηθούν
απόψε.

Από πού έρχεται εκείνο το αμυδρό φως;
Από πού έρχεται όλο αυτό το σκοτάδι;

Η άγκυρα

Κρέμεται από το σώμα μου
μια σκουριασμένη άγκυρα
που με κρατάει χρόνια εδώ
σε τούτο τον απάγκιο όρμο
της Ιθάκης σας.

Βυθίζεται στ’ απαγορευτικά
μα ύστερα λεν ταξίδια στάζει
και μόνο εγώ μπορώ να δω
πως πνίγεται και κλαίει.

Δεκέμβρηδες του είκοσι

Πριν λίγες μέρες
προσπάθησα να ισορροπήσω
πάνω σε μια ξεχαρβαλωμένη
πλάκα πεζοδρομίου
στο διάζωμα που χωρίζει
τα αντίθετα ρεύματα της Θηβών
στο ύψος του Αιγάλεω
χαζεύοντας κάμποση ώρα
δυο υπαλλήλους του δήμου
να κρεμάνε ράθυμα
χριστουγεννιάτικες γιρλάντες
με μπλε φωτάκια
πάνω σε μια μεταλλική κολόνα

μπήκε ο Δεκέμβρης
ήρθαν τα χριστούγεννα
αλλά εσύ δεν ήσουν εκεί
να μοιραστούμε
τη χαρμόσυνη είδηση ή έστω
την ξεχαρβαλωμένη πλάκα

δώδεκα χρόνια πριν
κανείς δεν θα νοιαζόταν
Δεκέμβρη μήνα
για ένα ξηλωμένο πεζοδρόμιο
στη μέση της Θηβών
ή οποιουδήποτε άλλου δρόμου
μα αυτό δεν είναι κάτι νέο
και στο μεταξύ
ένα παλιό Νισάν
με κατεύθυνση προς Πειραιά
και ανοιχτά παράθυρα
(Δεκέμβρη μήνα, ε;)
πέρασε δίπλα μου
ουρλιάζοντας στα FM
«το κράτος εγγυάται»

ύστερα
σε χρόνο ενεστώτα πια
(για τις ανάγκες της αφήγησης)
πέφτουν οι πρώτες ψιχάλες
πέφτουν και οι πρώτες
βλαστήμιες
ο ψαρομάλλης υπάλληλος
με το κίτρινο γιλέκο
κρέμεται στην κολόνα
έχοντας τυλιγμένη γύρω του
μια γιρλάντα με μπλε φωτάκια
που αναβοσβήνουν χαρωπά
ενώ εκείνος βρίζει παναγίες
γιατί έχει απλώσει τα ρούχα
στο πίσω μπαλκόνι
αλλά έχει ξεχάσει
να κατεβάσει την τέντα
— σε αυτό το σημείο
σκέφτομαι ότι αν ήσουν εδώ
θα επαναλάμβανες
την αποστροφή σου
για τα μπαλκόνια, τα ύψη
και γενικά οτιδήποτε μπορεί
να σε απομακρύνει
από τον δρόμο
(συμφωνούμε)
(ωραία!)

στο μεταξύ
οι δρόμοι αδειάζουν
το Νισάν απομακρύνεται
οι υπάλληλοι καπνίζουν
η βροχή δυναμώνει
ο Σωτήρας εγγυάται
το Κράτος εγγυάται
το Δελτίο Καιρού εγγυάται

κι εγώ
ισορροπώ
και σε περιμένω
πάνω σε μια
ξεχαρβαλωμένη
πλάκα πεζοδρομίου
Δεκέμβρη μήνα
του είκοσι.

Διάττων

Μέσα στην αφέγγαρη νύχτα της
ένας διάφανος υγρός μετεωρίτης
πρόβαλε στους δακρυϊκούς αδένες
των μελαγχολικών της ματιών
διέγραψε μια σύντομη τροχιά
στον τρυφερό ουράνιο θόλο
λίγο πάνω από το δεξί μάγουλο
και ύστερα απότομα βυθίστηκε
στα σκασμένα της χείλη.

Μέσα στην αφέγγαρη νύχτα μου
σήκωσα το βλέμμα — μια λάμψη
διέσχιζε το έρεβος απ’ άκρη σ’ άκρη.

Με κοίταξε ατάραχη.
Έκανα μιαν ευχή.