Υπεραστικό κολάζ | Η πόλη του Ρεμπώ

“Ω, κύματα! Στη λήθη σας τόσον καιρό λουσμένος,
δεν γίνεται ν’ αφρίσω πια του βαμβακιού το δρόμο
των λαβάρων, των σημαιών το θράσος να διασχίσω
και των πλοίων τα φρικτά τα μάτια να πλευρίσω.”

Στην προβλήτα

Δες με πώς αιωρούμαι
ανάμεσα στις δυνάμεις τις αντίρροπες·

τεντώνομαι και απορροφώ
τα παλλόμενα φορτία σου
καθώς με τραβάς μακριά
από τις προβλήτες.
Αιωρούμαι και τεντώνομαι
απορροφώ και φθείρομαι.

Διαθλάσεις

Ένα τείχος. Όχι,
ένα σύνορο από σκυρόδεμα
οπλισμένο (όπως κι εγώ).

Και εγώ. Όχι,
κάποια απ’ τις αθόρυβες σκιές
που ανθίζουν (μέσα μου).

Μέσα μου, κάθε ξημέρωμα,
μια ρίζα λυγμού αναγγέλλει
την ήττα της εγκατάλειψης.

Καφεπαντοπωλείον «Η Μοναξιά»

Καμιά φορά
το φλιτζάνι μπερδεύεται
κι αντί να προειδοποιεί
θυμίζει,

κάποτε
τα πρόσωπα που αντίκρισες
είχαν τσιγάρα στο τραπέζι σου.

Κι αν μια φορά
είναι πικρό το κατακάθι,
δέκα φορές πικρότερη
είν’ η μνήμη.

[…]

Κοσμογονία

Θες να φτιάξουμε έναν κόσμο
του οποίου οι φυσικοί νόμοι θα βασίζονται
σε ένα και μόνο θεμελιώδες αξίωμα:

αυτό της νυχτερινής κεντρομόλου
που δένει κόμπους στον λαιμό μου
καθώς φωτίζει τα μάτια σου;

Χειμερινά φρούτα

Μήλα, αχλάδια, ακτινίδια,
μανταρίνια· προτίμηση δεν έχω

κι ας είναι άγουρα και με τη φλούδα.

Μα αν με ρωτάς,
το μόνο που μου λείπει
είναι εκείνη η κληματαριά

που μας τάιζε
σταφύλια κατακόκκινα
έναν ολόκληρο Αύγουστο.

Εκείνη η κληματαριά
εκείνος ο Αύγουστος
κι εσύ.