Αρχειοθετημένες παραλίες

Άραγε να λείπουμε καθόλου στις παραλίες μας; περνάμε τους χειμώνες χαζεύοντας πρωί-βράδυ κουνημένες φωτογραφίες από καλοκαιρινά δειλινά δίπλα στη θάλασσα, αποθηκευμένες πρόχειρα σε έναν φάκελο του κινητού με όνομα μηδέν-μηδέν-ένα [001] για να είναι πάντα ο ευκολότερα προσβάσιμος, όσα βροχερά μητροπολιτικά τοπία κι αν φωτογραφίσουμε σουλατσάροντας στην πόλη, θέλουμε οι παραλίες μας να είναι πάντα πάνω-πάνω, να μεταφερόμαστε σε αυτές όσο το δυνατόν γρηγορότερα κάθε φορά που μας λείπουν, σχεδόν πάντα δηλαδή, κι έτσι πότε-πότε αναρωτιόμαστε συνειρμικά

να λείπουμε καθόλου κι εμείς στις παραλίες μας; ή μήπως και αυτή η προσδοκία αμοιβαιότητας ματαιώθηκε κάπου στα τέλη ενός Αυγούστου; και τι αδιανότητα παράλογο να αναζητάς την αμοιβαιότητα της νοσταλγίας στο κατόπι μιας αδιαπραγμάτευτης φυγής, κι ας καταναλώνουμε πρωί-βράδυ αναμνήσεις, κι ας στροβιλιζόμαστε στη δίνη της θύμησης, η φυγή μας υπήρξε αδιαπραγμάτευτη, και τώρα επιστρέφουμε στον φάκελο μηδέν-μηδέν-ένα προσπερνώντας βιαστικά τον φάκελο μηδέν-μηδέν-μηδέν [000],

αυτόν με τις παραλίες που ανακαλύψαμε κρυμμένες σε απέραντες ακτογραμμές προσώπων,

αυτόν τον φάκελο δεν τον ανοίγουμε ποτέ, κι ας είναι πάνω από κάθε άλλον, γιατί στην πραγματικότητα μονάχα μια προσδοκία αμοιβαιότητας δεν πρέπει να ματαιωθεί ποτέ μέσα μας: άραγε να σας λείπω κι εγώ καθόλου;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.