Γιατί χωρίς αντίτιμο;


Σημειώσεις πάνω στο Εμπόρευμα και τις Εμπορευματικές σχέσεις


Ως Εμπόρευμα ορίζεται κάθε προϊόν του οποίου η αξία έχει επαναπροσδιοριστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι εφικτή η ενσωμάτωσή του στο κυρίαρχο σύστημα οικονομίας∙ το σύστημα, δηλαδή, που ορίζει το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν την παραγωγή και την κατανάλωση.

Ο επαναπροσδιορισμός της αξίας του προϊόντος αφορά στην υπαγωγή του σε ένα μοντέλο συμβολικών αξιών, με βάση το οποίο το προϊόν αποκτά μια ανταλλακτική αξία στο πλάι της αρχικής αξίας του (στο εξής, ως αρχική αξία του προϊόντος θα εννοείται η αξία που προκύπτει από τη διαδικασία δημιουργίας του, τη χρήση του και την ικανοποίηση συγκεκριμένων αναγκών και επιθυμιών μέσω αυτού).

Σημείο αναφοράς του συγκεκριμένου μοντέλου είναι το χρήμα που αποτελεί, ταυτόχρονα, τον ρυθμιστή της σχέσης μεταξύ των προϊόντων, δηλαδή την ανταλλακτική αξία που προσδίδεται σε αυτά προκειμένου να μετατραπούν σε εμπορεύματα. Με τον τρόπο αυτό, η αρχική αξία ενός προϊόντος όχι απλώς υποχωρεί για να συνυπάρξει με την ανταλλακτική του αξία, αλλά ταυτόχρονα αποκτά μια σχέση άμεσης εξάρτησης με τη συγκεκριμένη νέα ιδιότητά του.

Το εμπόρευμα εξακολουθεί να ενσωματώνει την αρχική αξία του προϊόντος, η οποία, ωστόσο, έχει επανανοηματοδοτηθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να αποτελεί τον βασικό πυλώνα συγκρότησης της ανταλλακτικής του αξίας. Στην κοινωνική συνείδηση, η αξία χρήσης ενός προϊόντος εγγράφεται ως εγγενώς συνδεδεμένη με την χρηματική του αξία ως εμπόρευμα∙ η τελευταία, μάλιστα, επιβεβαιώνει την πρώτη μέσω μια αντεστραμμένης λογικής που θέλει την αξία χρήσης ευθέως ανάλογη της οικονομικής αξίας.

Η έννοια του Εμπορεύματος αποκτά, έτσι, μια ευρύτατη υπόσταση, καθώς δεν είναι μόνο το προϊόν που μπαίνει στη ζυγαριά των ανταλλακτικών αξιών, αλλά και οι ανάγκες, οι επιθυμίες και η εργασία που οδήγησαν στην παραγωγή του. Αυτή η εξίσωση λειτουργεί ως ένα από τα βασικότερα εργαλεία ρύθμισης των κοινωνικών σχέσεων εν συνόλω: οι ανάγκες και οι επιθυμίες, διαμεσολαβημένες από την προβολή τους στο φάσμα των ανταλλακτικών αξιών, επιστρέφουν στην κοινωνικό πεδίο λειτουργώντας αλλοτριωτικά και αναδιαμορφώνοντας τις σχέσεις που τις παρήγαγαν αρχικά. Είναι οι ίδιες σχέσεις αλλοτρίωσης που θα καθορίσουν την παραγωγή του εμπορεύματος, βελτιστοποιώντας συγχρόνως την ανταλλακτική του αξία στην οποία ενσωματώνεται η υπεραξία της διαδικασίας παραγωγής (η αξία, δηλαδή, του κέρδους που προκύπτει από εκείνο το μέρος της εργασίας που δεν αντιστοιχεί σε κανενός είδους κόστος αλλά, αντίθετα, καθορίζεται από τη διαρκή επιβεβαίωση της ανταλλακτικής αξίας του εμπορεύματος, αφού στο καπιταλιστικό οικονομικό μοντέλο, το χρήμα λειτουργεί ως αυτοσκοπός).

Τελικά, στον κόσμο των Εμπορευματικών σχέσεων, εμπορεύματα καταλήγουν να είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι.


Η επιλογή της κατάργησης των κυρίαρχων διαμεσολαβήσεων και αποκλεισμών


Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το πρότζεκτ Ερσίλια επιθυμεί να στήσει ένα ακόμη ανάχωμα στο ρίζωμα των εμπορευματικών σχέσεων μέσα στο κοινωνικό πεδίο, έχοντας ως τελικό στόχο την οριστική ανατροπή τους. Το πρότζεκτ Ερσίλια όχι μόνο δεν δημιουργήθηκε για να πουληθεί∙ αφετηρία του υπήρξε, μεταξύ άλλων, η ανάγκη να ενισχυθούν οι υπάρχουσες ρηγματώσεις στο φαινομενικό συνεχές του κόσμου των εμπορευμάτων.

Η εναντίωση στην εμπορευματική κουλτούρα αποτελεί διαρκές ανοιχτό διακύβευμα, το οποίο, ωστόσο, δεν μπορεί παρά να απέχει από επιπόλαιες προσεγγίσεις. Με δεδομένη την αποδυνάμωση ή πλήρη έλλειψη ανταγωνιστικών υποδομών, είναι αδύνατο να αγνοηθούν τα όρια που ενέχει κάθε προσπάθεια πλήρους απεμπλοκής από τις εμπορευματικές σχέσεις. Παρ’ όλα αυτά, μπορεί και αποτελεί επιλογή οι σχέσεις αυτές να κρατηθούν μακριά από κάθε απόπειρα «συνάντησης» αυτού του πρότζεκτ με άλλους ανθρώπους∙ να μπλοκαριστούν, ούτως ώστε να μην διαμεσολαβήσουν στο ελάχιστο τα πεδία αυθεντικής επικοινωνίας που επιδιώκεται να δημιουργηθούν. Μια τέτοια προσπάθεια δεν θα μπορούσε παρά να ακυρώνει στην πράξη κάθε αποκλεισμό που γεννά η ύπαρξη υποχρεωτικού αντίτιμου προεξοφλώντας ότι η πρόσβαση στα αγαθά πραγματοποιείται αποκλειστικά στη βάση της οικονομικής δυνατότητας.

Αυτό σημαίνει ότι το οικονομικό και υλικό κόστος που απαιτείται για την πραγμάτωση ενός έργου δεν μεταφέρεται στην απαίτηση καταβολής κάποιου αντίτιμου, ως δεσμευτικής προϋπόθεσης για την πρόσβαση σε αυτό. Το ίδιο ισχύει και για την εργασία που απαιτήθηκε, αφού αυτή είναι, ούτως ή άλλως, ανεκτίμητη.

Η συγκεκριμένη επιλογή δεν έχει να κάνει με κάποιου είδους άνεση απέναντι στα όρια που θέτει το καπιταλιστικό μοντέλο οικονομίας σε σχέση με την υλική υποστήριξη κάθε εγχειρήματος, αλλά με μια συλλογική προοπτική ξεπεράσματος αυτών των ορίων μέσω του προτάγματος της ελεύθερης οικονομικής συνεισφοράς. Με βάση αυτό, καθεμιά και καθένας είναι ελεύθερος να καθορίσει το βαθμό της συμμετοχής του στο πλαίσιο μιας συλλογικής διαχείρισης του υλικού κόστους, στο μέτρο της επιθυμίας και των δυνατοτήτων του.

Η χρήση και αναπαραγωγή οποιουδήποτε έργου είναι ελεύθερη, στο βαθμό που σέβεται τα αντιεμπορευματικά και αντιθεαματικά χαρακτηριστικά του εγχειρήματος. Θα πρέπει, ωστόσο, να γίνει σαφές ότι οποιουδήποτε είδους απόπειρα εμπορευματοποίησης ή εμπορικής χρήσης του υλικού θα προκαλέσει οργή, για τη διαχείριση της οποίας το πρότζεκτ Ερσίλια επιφυλάσσεται. ■

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.