Το Θέαμα ως μηχανισμός διαμεσολάβησης και εξοστρακισμού του Αυθεντικού

Ο κόσμος του Εμπορεύματος ενσωματώνει μια συλλήβδην μετατόπιση της κοινωνικής αποτύπωσης από το Είναι στο Έχειν. Το Έχειν, ωστόσο, αποκτά ισχύ μόνο μέσα από τη διαρκή εγγραφή του στην εμπορευματοποιημένη κοινωνία. Στον κόσμο του Θεάματος, το Είναι υποβιβάζεται σε Φαίνεσθαι, κι αυτός ο υποβιβασμός είναι που, τελικά, προσδίδει ισχύ και κύρος στο Έχειν.

Για να κατανοήσουμε το Θέαμα ως μηχανισμό διαμεσολάβησης των ανθρώπινων σχέσεων, δεν αρκεί να το αντιληφθούμε απλά ως το αντικείμενο μιας οπτικής διεργασίας εφικτής μέσω της όρασης. Είναι γεγονός ότι η όραση – η πιο αφηρημένη και ευκολοπλάνητη αίσθηση [1] αποτελεί ένα προνομιούχο εργαλείο για τον μηχανισμό του Θεάματος, ο οποίος, ωστόσο, υπερβαίνει τη στιγμή της οπτικής παρατήρησης και διαμεσολαβεί το σύνολο της κοινωνικής δραστηριότητας μέσω μιας διαδικασίας κατά την οποία κάθε γεγονός αποσπάται από το βίωμά του, ούτως ώστε να καταστεί εφικτή η επανανοηματοδότηση και ιεράρχησή του μέσα στο κυρίαρχο μοντέλο οικονομικής οργάνωσης. Η μέθοδος με την οποία επιτυγχάνεται αυτή η ιεράρχηση βασίζεται στην τεχνική του Διαχωρισμού.

Έτσι, η πραγματικότητα διαχωρίζεται από την αναπαράστασή της και αυτή η αναπαράσταση ανάγεται σε ένα επίπεδο φαινομενικότητας τόσο απομακρυσμένο από την πραγματικότητα, ούτως ώστε να απωλέσει κάθε εγγενές χαρακτηριστικό του αρχικού βιώματος.

Η αναπαράσταση, απαλλαγμένη από τα περιεχόμενα του βιώματος, ενοποιείται με πλήθος άλλων αναπαραστάσεων, κι αυτή η ενοποίηση γίνεται στη βάση μιας ολιστικής επανανοηματοδότησης: το κενό περιεχομένων που άφησε πίσω του ο διαχωρισμός αναπαράστασης και γεγονότος καλύπτεται από την κυρίαρχη αφήγηση και ιδεολογία. Στο επίπεδο αυτής της ενοποίησης, οι αναπαραστάσεις μπολιάζονται με περιεχόμενα τόσο αλλότρια της βιωμένης πραγματικότητας, που αποτελούν, τελικά, ένα διάχυτο πεδίο αποτύπωσης μιας κατάστασης διαρκούς ψευδούς.

Έχοντας απολέσει το Είναι του πραγματικού γεγονότος, το Φαίνεσθαι γίνεται ο κυρίαρχος διαμεσολαβητής της κοινωνικής ζωής. Έχοντας απεμπολήσει τα εγγενή χαρακτηριστικά του βιώματος, η επανανοηματοδοτημένη και αλλοτριωμένη αναπαράστασή του γίνεται ο μοναδικός φορέας των περιεχομένων του. Το Θέαμα γίνεται ο αφηγητής ενός ενοποιημένου ψεύδους που περιφέρεται πάνω στα συντρίμμια μιας διαχωρισμένης και κατακερματισμένης πραγματικότητας.

Την ίδια στιγμή, η βιωμένη πραγματικότητα είναι υλικά κατακυριευμένη απ’ την παρατήρηση του θεάματος και αναπαράγει μέσα της τη θεαματική διάσταση, δίνοντάς της μια ρητή συγκατάθεση. Η αντικειμενική πραγματικότητα είναι παρούσα και στις δύο πλευρές. Κάθε έννοια, προσδιορισμένη με αυτόν τον τρόπο, δεν έχει σαν βάση παρά το πέρασμά της στο αντίθετο: η πραγματικότητα αναδύεται μέσα στο θέαμα και το θέαμα είναι πραγματικό. Αυτή η αμοιβαία αλλοτρίωση είναι η ουσία και το στήριγμα της υπάρχουσας κοινωνίας. [2]

Οι κοινωνίες, αποδυναμωμένες από οποιαδήποτε ικανότητα σύνθεσης των αυθεντικών στιγμών, παρακολουθούν με λαιμαργία την αυταξία του βιώματος να παραμερίζεται για να αντικατασταθεί από την αξία αναπαράστασής του. Το Φαίνεσθαι παράγει εκ νέου το Είναι, και το αρχικό Είναι δεν παράγει τίποτα άλλο πέρα από τον υποβιβασμό και την ακύρωσή του.

Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι το Θέαμα δεν αποτελεί έναν μηχανισμό στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής, αλλά μια σχέση που διαμεσολαβεί οριζόντια κάθε πτυχή του εικοσιτετραώρου και, με αυτή την έννοια, ενσωματώνει στην αφήγησή του τον καθολικό εξοστρακισμό του Αυθεντικού.

Το βίωμα θυσιάζεται έχοντας γι’ αποζημίωση λαμπερές συναρμολογήσεις της φαινομενικότητας. Όσο φτωχότερη είναι η καθημερινή ζωή, τόσο μεγαλώνει η έλξη του μη αυθεντικού. Κι όσο την παρασύρει η αυταπάτη, τόσο η καθημερινή ζωή φτωχαίνει. Αποδιωγμένη από το ουσιώδες με απαγορεύσεις, καταναγκασμούς και ψέματα, η βιωμένη πραγματικότητα μοιάζει τόσο ανάξια λόγου ώστε οι δρόμοι της φαινομενικότητας προεξοφλούν πια κάθε φροντίδα μας. Ζούμε τον ρόλο μας καλύτερα κι απ’ την ίδια μας τη ζωή. [3]

Τελικά, το Φαίνεσθαι κατασπαράσσει το Είναι: η θεαματική αναπαράσταση εμπεριέχει την προϋπόθεση ότι αυτό που αναπαρίσταται δεν είναι (κι αυτή η διαπίστωση δεν αφορά στα πεπερασμένα χαρακτηριστικά ενός γεγονότος, αλλά στη συνολική αμφισβήτησή τους).

Στη σύγχρονη εποχή, οι συχνότερα απαντώμενες και ταυτόχρονα πιο απλουστευμένες πτυχές διαμεσολάβησης του Θεάματος εντοπίζονται στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Σε ό,τι αφορά στα μ.μ.ε., δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά. Παρά το γεγονός ότι εξακολουθούν να δεσπόζουν πάνω στα ερείπια του κατακερματισμένου εικοσιτετράωρου πίσω από τις περίκλειστες γρίλιες των παραθύρων προς την πραγματικότητα, ο αλλοτριωτικός και διαμεσολαβητικός τους ρόλος είναι προφανής ακόμη και στους πιο ανυποψίαστους. Το γεγονός της διαρκούς παράτασης της μη αμφισβήτησης της φαινομενικής παντοδυναμίας τους είναι η επιβεβαίωση του καθολικού εξοστρακισμού του Αυθεντικού (στον οποίο γίνεται αναφορά σε προηγούμενο σημείο του κειμένου).

Από την άλλη, οι ιστοί των μέσων κοινωνικής δικτύωσης δεν συλλογικοποιούν τα βιώματα αλλά ενοποιούν διαιρεμένες καταστάσεις μοναξιάς, αποξένωσης και εξατομίκευσης. Η μοναδικότητα της στιγμής, η αυθεντικότητα μιας συνάντησης, ο πραγματικός χρόνος της ανθρώπινης δραστηριότητας επιβεβαιώνουν την ύπαρξή τους μόνο ως πεδία παρατηρούμενα. Τίποτα δεν υπάρχει και τίποτα δεν έχει συμβεί αν δεν αποτελεί αντικείμενο παρατήρησης, και τίποτα δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο παρατήρησης αν δεν έχει πρώτα διαχωριστεί από αυτό που υπήρξε, ούτως ώστε να ενοποιηθεί εκ νέου στο επίπεδο της φαινομενικότητας. Και εφόσον όταν παρατηρούμε κάτι, στην πραγματικότητα παρατηρούμε τη σχέση ανάμεσα σε αυτό και τον εαυτό μας [4], η παρατήρηση μιας διαμεσολαβημένης εικόνας δεν μπορεί παρά να κατασκευάζει μια ψευδή σχέση μεταξύ παρατηρητή και παρατηρούμενου.

Το Θέαμα είναι ο εφιάλτης της σύγχρονης αλυσοδεμένης κοινωνίας, που δεν εκφράζει τελικά παρά την επιθυμία της να κοιμηθεί. Το Θέαμα είναι ο φρουρός αυτού του ύπνου. [5]

Το Θέαμα, συνθέτοντας μια «φανταχτερή» καθημερινότητα επιβίωσης, εγγυάται τον υποβιβασμό κάθε επιθυμίας για ζωή. Το Φαίνεσθαι που υπόσχεται, σκεπάζει σαν χώμα το τσακισμένο από τους συμβιβασμούς Είναι.

Η υπόσχεση του Θεάματος, είναι η απουσία της συνείδησης∙ είναι η εξασφάλιση της απουσίας άρνησης ενός παρατεταμένου ύπνου. ■

[1] Γκυ Ντεμπόρ, Η κοινωνία του Θεάματος, Θέση 18

[2] Γκυ Ντεμπόρ, Η κοινωνία του Θεάματος, Θέση 8

[3] Ραούλ Βανεγκέμ, Η επανάσταση της καθημερινής ζωής

[4] Τζον Μπέργκερ, Η εικόνα και το βλέμμα

[5] Γκυ Ντεμπόρ, Η κοινωνία του Θεάματος, Θέση 21


1 σκέψη για το “Το Θέαμα ως μηχανισμός διαμεσολάβησης και εξοστρακισμού του Αυθεντικού”

  1. Pingback: Το Θέαμα ως μηχανισμός διαμεσολάβησης και εξοστρακισμού του Αυθεντικού – Ragnarok

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.